κυρία

κυρία
η
1) госпожа, дама, барыня; 2) хозяйка, владелица; 3) супруга, жена

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "κυρία" в других словарях:

  • κυρία — κῡρίᾱ , κύριος having power fem nom/voc/acc dual κῡρίᾱ , κύριος having power fem nom/voc sg (attic doric aeolic) κῡρίᾱ , κυρία authority fem nom/voc/acc dual κῡρίᾱ , κυρία authority fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυρίᾳ — κῡρίᾱͅ , κύριος having power fem dat sg (attic doric aeolic) κῡρίαι , κυρία authority fem nom/voc pl κῡρίᾱͅ , κυρία authority fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυρία — Μεγάλος πεδινός οικισμός (υψόμ. 150 μ., 1.714 κάτ.) του νομού Δράμας. Τα Κ. βρίσκονται στο νότιο τμήμα του νομού, 19 χλμ. ΝΑ της πόλης της Δράμας. Υπάγονται διοικητικά στον δήμο Δοξάτου. * * * η (AM κυρία) βλ. κύριος …   Dictionary of Greek

  • Κύρια — Sp Kirija Ap Κύρια/Kyria L ŠR Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • κυρία — η θηλ.του κύριος 1. τιμητική προσαγόρευση παντρεμένης γυναίκας. 2. προσαγόρευση της οικοδέσποινας από το υπηρετικό της προσωπικό: Η κυρία βγήκε. 3. η σύζυγος. 4. γυναίκα αξιοπρεπής. 5. (για μαθητές) η δασκάλα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κύρια — κύ̱ρια , κύριος having power neut nom/voc/acc pl κύ̱ρια , κύριος having power neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυροξίνη — Κύρια θυρεοειδής ορμόνη των σπονδυλωτών και του ανθρώπου, της οποίας η χημική ονομασία είναι 3,5,3’,5’ –τετραϊωδοθυρονίνη (Τ4). Η θ. είναι η πρώτη ορμόνη του θυρεοειδούς αδένα που έγινε γνωστή. Ανακαλύφθηκε το 1915 από τον Αμερικανό βιοχημικό Έ.… …   Dictionary of Greek

  • αλπική φυλή — Κύρια χαρακτηριστικά της είναι η έντονη βραχυκεφαλία (δηλαδή κεφάλι πολύ πλατύ σε σχέση με το μήκος του κρανίου), κεφαλικός δείκτης μεταξύ 85 και 87, πλατύ πρόσωπο, σχετικά μικρή και συχνά κυρτή μύτη, ανοιχτό χρώμα επιδερμίδας, όχι όμως τόσο όσο… …   Dictionary of Greek

  • List of Little Miss characters — The following is a list of Little Miss characters from the children s book series by Roger Hargreaves; the series was also adapted into The Mr. Men Show. Books one (Little Miss Bossy) to thirty (Little Miss Somersault) were written by Hargreaves… …   Wikipedia

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • κύριος — α, ο, θηλ. και ία (AM κύριος, ία, ον, θηλ. και ος) 1. αυτός που έχει δύναμη, εξουσία πάνω σε κάποιον, εξουσιαστής, κυρίαρχος (α. «ο στρατός είναι κύριος τής κατάστασης» β. «θανάτου δὲ τὸν βασιλέα τῶν συγγενών μηδενὸς εἶναι κύριον», Πλάτ. γ.… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»